Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Μαρία Ζορμπά- Ρούλα Γεωργακοπούλου: Η ταυτότητα του φύλου είναι πια μια εσωτερική ιστορία.



Το έργο στηρίζεται σε δυο μονολόγους κοριτσιών, της Ελισάβετ Μαρτινέγκου λίγο πριν την επανάσταση του 1821 στην Ζάκυνθο και της Φανερωμένης στην δικτατορία της Αθήνας το 1967, οι οποίοι περιγραφούν την καταστολή και την φίμωση του γυναικείου φύλου από τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Εσείς ως γυναίκες σε μια εποχή επίσης καταπιεστική, εκτός από την υποκριτική και την συγγραφή, έχετε κάποια αξία στην οποία να πιστεύετε ακράδαντα και να σας ξεκουράζει;

Μαρία Ζορμπά:  Εγώ πιστεύω στην εργασία ως αξία, στην αγάπη ως τάση και όχι μόνο ως αίσθημα και στα παιδιά.

Ρούλα Γεωργακοπούλου: Πιστεύω πάρα πολύ στην δημοκρατία αλλά αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να σε ξεκουράσει. Πρέπει κάθε στιγμή να κρίνεις τον εαυτό σου και τους άλλους. Είναι μια διαρκής αναμέτρηση, πιστεύω πολύ βαθιά σε αυτήν.

Στην σκηνή εμφανίζεστε με τρεις διαφορετικούς τρόπους: αποσπασματικά πίσω από έναν τοίχο, ασώματος κεφαλή μέσα από έναν παραμορφωτικό κάτοπτρο και ολόκληρη πάνω σε ένα σκαμπό. Υπήρξαν φορές που να νιώσατε εγκλωβισμένη επί σκηνής μέσα από αυτούς τους σκηνοθετικούς τρόπους;

Μ.Ζ: Όχι. Έκανα πάρα πολλές πρόβες και έκανα πάρα πολλές πρόβες και μόνη μου γι’ αυτή την σκηνοθετική ιδιαιτερότητα. Όλο το στοίχημα ήταν αυτό, το πώς δηλαδή να γίνεις ένα με τον τοίχο, πώς να βρεις τις ευκολίες σου μέσα σε αυτή την μεγάλη δυσκολία η οποία είναι η επικοινωνία μέσα από ένα τόσο δυνατό εμπόδιο. Έτσι δημιουργήθηκε μια πολύ αυστηρή χορογραφία η οποία με πολλή προσοχή έγινε ένα με τον λόγο και από εκεί και μετά όλη αυτή η δυσκολία έγινε σχεδόν εύκολη. Η μόνη δυσκολία που υπάρχει κάθε βράδυ είναι το να αισθανθείς αν αυτό που κάνεις έχει ανταπόκριση. Αλλά αυτό το καταλαβαίνεις από την ησυχία που εισπράττεις. Πάντως όλο αυτό έχει μια πολύ μεγάλη γοητεία για τον ηθοποιό γιατί δοκιμάζεται και σε άλλα πράγματα από αυτά στα οποία αρκείται όταν τον βλέπουν.

Διάβασα σε μια συνέντευξη σας ότι «η εφηβεία είναι κομμάτι συσκότισης. Συσκοτίζει την ευαισθησία, διαστρέφει την ευφυΐα. Είναι η χούντα των ορμονών». Πως μπορεί να «σωθεί» ένα παιδί από την εφηβεία;

Ρ.Γ: Εντοπίζοντας την ιδιαιτερότητα του, αυτό που νομίζει ότι το ξεχωρίζει από τους άλλους. Όταν την βρει, να ασχοληθεί μαζί της, να καλλιεργήσει σε βάθος αυτά που αγαπάει, να τους δοθεί. Αν ας πούμε ένα παιδί αγαπάει πολύ το διάβασμα ή νομίζει ότι το αγαπάει, να πέσει με τα μούτρα σε αυτό! Είναι μια καλή ευκαιρία να παθιαστεί με όλα αυτά γιατί μετά δεν θα υπάρχει πολύς χρόνος για τέτοια πράγματα.

Οι «Φανερωμένες» είναι μια μοντέρνα παράσταση με πολύ έντονη την εικαστική ματιά και την χρήση νέων μέσων. Το πάντρεμα της τεχνολογίας και του θεάτρου μπορεί να απογειώσει την θεατρική λειτουργία ή σταδιακά κινδυνεύει να την αλλοιώσει;

Μ.Ζ: Με τίποτα δεν κινδυνεύει. Από το αρχαίο δράμα ψάχνανε κάθε φορά καινούργια για την εποχή τεχνικά μέσα ώστε οι παραστάσεις να γίνουν πιο λειτουργικές, πιο ζωντανές. Απλώς με τα χρόνια μεταλλάσσονται και εξελίσσονται οι τρόποι.

Ρ.Γ: Χαίρομαι που ξεκινάει τις απαντήσεις η Μαρία γιατί με παρασύρει και θέλω να συμφωνήσω μαζί της! Μου δημιουργεί μια αισιοδοξία που εγώ δεν την έχω. Εγώ φοβάμαι πάρα πολύ την τεχνολογία στο θέατρο γιατί μάλλον είμαι συντηρητικό άτομο, άσχετα αν μετά με ενθουσιάζει κάτι καινούργιο που βλέπω. Ανησυχώ για την εξαφάνιση του λόγου και την επικράτηση της κατακερματισμένης εικόνας γιατί στο θέατρο είναι δημοκρατικό δικαίωμα του θεατή να διαλέξει από το γενικό πλάνο ό, τι θέλει αυτός ενώ το σινεμά σου επιβάλλει τι να δεις μέσα από το εκάστοτε πλάνο. Έχω δει παραστάσεις με χρήση τεχνολογίας και εδώ και στο εξωτερικό που με στεναχωρούν πάρα πολύ. Έχω δει παραστάσεις πανάκριβες που χρησιμοποιούν πολλά μέσα και δεν έχουν καμία ουσία. Με ενοχλεί πάρα πολύ η σπατάλη χρήματος και η ισορροπία που έχει πέσει εκεί. Η εισβολή της κάμερας μέσα στις παραστάσεις πυροβολεί την θεατρική πράξη.

Μ.Ζ: Αναπόφευκτα νομίζω, όμως,  δοκιμάζονται τα νέα μέσα. Δεν γίνεται να μην δοκιμάζονται. Ανάλογα με το πώς αντιδράει ο κόσμος κάποια πράγματα μένουν και κάποια άλλα φεύγουν. Αυτά, όμως, που μένουν νομίζω ότι περιστρέφονται κυρίως γύρω από την λειτουργία του κάθε ηθοποιού και όχι γύρω από την τεχνολογία.

Η γυναίκα μέσα στα χρόνια πιστεύετε ότι έχει βρει την ταυτότητα της ή ακόμη προσπαθεί να εκπληρώσει τα απωθημένα της μακροχρόνιας κοινωνικής καταπίεσης;

Μ.Ζ: Ακόμα ψάχνει μια ταυτότητα και μέσα σε αυτό το ψάξιμο νομίζω ότι υπάρχει πολύ από αυτό το υπερεμπόδιο που υπήρχε πριν. Είναι όπως όταν έχεις διψάσει πολύ, πίνεις απότομα νερό και μετά φουσκώνεις. Είναι «φουσκωμένες» οι γυναίκες σήμερα, προσπαθούν να ρουφήξουν πολύ από αυτό που τους στερήθηκε. Έχουν γίνει ένα μείγμα γυναίκας, άνδρα, παλιάς φύσης, καινούργιας φύσης. Δεν πιστεύω, όμως, ότι έχει να κάνει μόνο με τις γυναίκες αλλά με μια αναζήτηση νέων ταυτοτήτων γενικά.

Ρ.Γ: Σε επίπεδο διεκδικήσεων στο δυτικό κόσμο τα έχουν καταφέρει. Λίγο πολύ εδώ έχουν εκπληρωθεί τα αιτήματα των περασμένων χρόνων. Η αναζήτηση της ταυτότητας είναι ένα αέναο πράγμα που δεν τελειώνει ποτέ και τώρα θεωρώ ότι έχει γυρίσει προς τα μέσα. Κοιτάμε μέσα μας ή τουλάχιστον πρέπει να κοιτάξουμε μέσα μας αφού κάποια βασικά ανθρώπινα δικαιώματα έχουν κατακτηθεί. Για μένα η εσωτερική αναζήτηση δεν μπορεί να τελειώσει. Είναι πολύπλοκη η φύση της γυναίκας και γεννάει συνέχεια καινούργια ερωτήματα. Σαν αίτημα παλιά ήταν οι διεκδικήσεις, τώρα είναι η αυτογνωσία. Η ταυτότητα του φύλου πια είναι μια εσωτερική ιστορία.

Η «φανέρωση» , η έκφραση δηλαδή του εαυτού, συμβαίνει και στα δυο κορίτσια με κάποιο τίμημα. Μπορεί ποτέ να πληρωθεί αυτό το τίμημα χωρίς να ξοδευτεί ολόκληρος ο εαυτός μας ώστε να προλάβει να δικαιωθεί για τον αγώνα του; Ποιο είναι το τίμημα που πληρώσατε εσείς όταν αποφασίσατε να «φανερωθείτε»;

Μ.Ζ: Δυστυχώς ακόμη και αν δεν θεωρεί ότι ξοδεύεται ολόκληρος ο εαυτός, αυτά τα σημάδια που εγγράφονται και οι απώλειες οι οποίες συμβαίνουν είναι τόσο μεγάλες που συνεχίζεις τον δρόμο σου κάπως τραυματισμένος, κάπως μισός. Ένας άνθρωπος, όμως, όσο και να έχει τραυματιστεί και να έχει τσαλακωθεί δεν χάνει την αξία του. Αυτή πάντα επιβιώνει και παραμένει. Προσωπικά ταυτίζομαι πάρα πολύ με την φράση της Φανερωμένης «ίσιωσα την πλάτη μου, αναγκάστηκα να συνεχίσω». Είναι ακριβώς αυτό που λέμε τώρα.

Ρ.Γ: Εγώ πιστεύω ότι πρέπει να ξοδεύεις ολόκληρο τον εαυτό σου και την ζωή σου για να φανερωθείς και αυτό στην καλύτερη περίπτωση. Γιατί μπορεί και να μην καταφέρεις τελικά να φανερωθείς και εκεί είναι η δυστυχία. Είναι λίγο απαισιόδοξα όλα αυτά που λέμε αλλά στο κάτω κάτω είναι ζωή! Προσωπικά δεν είμαι ακόμη ο εαυτός μου. Πιστεύω ότι είμαστε όλοι μικρές μεταμορφώσεις μέσα από τις οποίες εξελισσόμαστε μέχρι να χάσουμε όλο μας τον χρόνο. Αλλάζοντας ηλικία, αλλάζοντας μέρα, αλλάζοντας λεπτό είμαστε ένα καινούργιο πλάνο, ένας άλλος άνθρωπος. Αν κάποιος μας αγαπάει ή μας θυμάται στο τέλος μπορεί κάποια στιγμή να μας συνθέσει από την αρχή και να μας ολοκληρώσει. Δύσκολα έχουμε συναίσθηση του εαυτού μας γι’ αυτό και είναι μεγάλη αγωνία να παρίστασαι ολόκληρος, είναι πολύ δύσκολο στοίχημα. Εγώ ας πούμε αισθάνομαι ολόκληρη μόνο όταν καταφέρνω να γράψω κάτι, δηλαδή πολύ σπάνια.

Τι έχει σειρά;

Μ.Ζ: Έχω ξεκινήσει πρόβες στο Εθνικό με τον Νίκο Μαστοράκη για το «Μεφίστο» των Αριάν Μνουσκίν & Κλάους Μαν που θα ανέβει τον Μάιο.

Ρ.Γ: Και εμείς έχουμε ξεκινήσει πρόβες για ένα καινούργιο έργο μου που λέγεται «Οδός Πολυδούρη». Είναι ένας τρόπος να πλησιάσω εγώ την Πολυδούρη, δεν είναι βιογραφία ούτε λογοτεχνία. Είναι ένας δρόμος για να την πλησιάσω προσωπικά. Θα ανέβει τον Απριλίο, είναι μια συμπαραγωγή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Καβάλας με το «Άκροπολ». Το σκηνοθετεί ο Θοδωρής Γκόνης και παίζει η Ιωάννα Παππά, ένα αόρατο πρόσωπο και μία γάτα.

Ημερομηνία Δημοσίευσης: 8/03/2014



Δεν υπάρχουν σχόλια: