Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Μαρία Ζορμπά- Ρούλα Γεωργακοπούλου: Η ταυτότητα του φύλου είναι πια μια εσωτερική ιστορία.



Το έργο στηρίζεται σε δυο μονολόγους κοριτσιών, της Ελισάβετ Μαρτινέγκου λίγο πριν την επανάσταση του 1821 στην Ζάκυνθο και της Φανερωμένης στην δικτατορία της Αθήνας το 1967, οι οποίοι περιγραφούν την καταστολή και την φίμωση του γυναικείου φύλου από τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Εσείς ως γυναίκες σε μια εποχή επίσης καταπιεστική, εκτός από την υποκριτική και την συγγραφή, έχετε κάποια αξία στην οποία να πιστεύετε ακράδαντα και να σας ξεκουράζει;

Μαρία Ζορμπά:  Εγώ πιστεύω στην εργασία ως αξία, στην αγάπη ως τάση και όχι μόνο ως αίσθημα και στα παιδιά.

Ρούλα Γεωργακοπούλου: Πιστεύω πάρα πολύ στην δημοκρατία αλλά αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να σε ξεκουράσει. Πρέπει κάθε στιγμή να κρίνεις τον εαυτό σου και τους άλλους. Είναι μια διαρκής αναμέτρηση, πιστεύω πολύ βαθιά σε αυτήν.

Στην σκηνή εμφανίζεστε με τρεις διαφορετικούς τρόπους: αποσπασματικά πίσω από έναν τοίχο, ασώματος κεφαλή μέσα από έναν παραμορφωτικό κάτοπτρο και ολόκληρη πάνω σε ένα σκαμπό. Υπήρξαν φορές που να νιώσατε εγκλωβισμένη επί σκηνής μέσα από αυτούς τους σκηνοθετικούς τρόπους;

Μ.Ζ: Όχι. Έκανα πάρα πολλές πρόβες και έκανα πάρα πολλές πρόβες και μόνη μου γι’ αυτή την σκηνοθετική ιδιαιτερότητα. Όλο το στοίχημα ήταν αυτό, το πώς δηλαδή να γίνεις ένα με τον τοίχο, πώς να βρεις τις ευκολίες σου μέσα σε αυτή την μεγάλη δυσκολία η οποία είναι η επικοινωνία μέσα από ένα τόσο δυνατό εμπόδιο. Έτσι δημιουργήθηκε μια πολύ αυστηρή χορογραφία η οποία με πολλή προσοχή έγινε ένα με τον λόγο και από εκεί και μετά όλη αυτή η δυσκολία έγινε σχεδόν εύκολη. Η μόνη δυσκολία που υπάρχει κάθε βράδυ είναι το να αισθανθείς αν αυτό που κάνεις έχει ανταπόκριση. Αλλά αυτό το καταλαβαίνεις από την ησυχία που εισπράττεις. Πάντως όλο αυτό έχει μια πολύ μεγάλη γοητεία για τον ηθοποιό γιατί δοκιμάζεται και σε άλλα πράγματα από αυτά στα οποία αρκείται όταν τον βλέπουν.

Διάβασα σε μια συνέντευξη σας ότι «η εφηβεία είναι κομμάτι συσκότισης. Συσκοτίζει την ευαισθησία, διαστρέφει την ευφυΐα. Είναι η χούντα των ορμονών». Πως μπορεί να «σωθεί» ένα παιδί από την εφηβεία;

Ρ.Γ: Εντοπίζοντας την ιδιαιτερότητα του, αυτό που νομίζει ότι το ξεχωρίζει από τους άλλους. Όταν την βρει, να ασχοληθεί μαζί της, να καλλιεργήσει σε βάθος αυτά που αγαπάει, να τους δοθεί. Αν ας πούμε ένα παιδί αγαπάει πολύ το διάβασμα ή νομίζει ότι το αγαπάει, να πέσει με τα μούτρα σε αυτό! Είναι μια καλή ευκαιρία να παθιαστεί με όλα αυτά γιατί μετά δεν θα υπάρχει πολύς χρόνος για τέτοια πράγματα.

Οι «Φανερωμένες» είναι μια μοντέρνα παράσταση με πολύ έντονη την εικαστική ματιά και την χρήση νέων μέσων. Το πάντρεμα της τεχνολογίας και του θεάτρου μπορεί να απογειώσει την θεατρική λειτουργία ή σταδιακά κινδυνεύει να την αλλοιώσει;

Μ.Ζ: Με τίποτα δεν κινδυνεύει. Από το αρχαίο δράμα ψάχνανε κάθε φορά καινούργια για την εποχή τεχνικά μέσα ώστε οι παραστάσεις να γίνουν πιο λειτουργικές, πιο ζωντανές. Απλώς με τα χρόνια μεταλλάσσονται και εξελίσσονται οι τρόποι.

Ρ.Γ: Χαίρομαι που ξεκινάει τις απαντήσεις η Μαρία γιατί με παρασύρει και θέλω να συμφωνήσω μαζί της! Μου δημιουργεί μια αισιοδοξία που εγώ δεν την έχω. Εγώ φοβάμαι πάρα πολύ την τεχνολογία στο θέατρο γιατί μάλλον είμαι συντηρητικό άτομο, άσχετα αν μετά με ενθουσιάζει κάτι καινούργιο που βλέπω. Ανησυχώ για την εξαφάνιση του λόγου και την επικράτηση της κατακερματισμένης εικόνας γιατί στο θέατρο είναι δημοκρατικό δικαίωμα του θεατή να διαλέξει από το γενικό πλάνο ό, τι θέλει αυτός ενώ το σινεμά σου επιβάλλει τι να δεις μέσα από το εκάστοτε πλάνο. Έχω δει παραστάσεις με χρήση τεχνολογίας και εδώ και στο εξωτερικό που με στεναχωρούν πάρα πολύ. Έχω δει παραστάσεις πανάκριβες που χρησιμοποιούν πολλά μέσα και δεν έχουν καμία ουσία. Με ενοχλεί πάρα πολύ η σπατάλη χρήματος και η ισορροπία που έχει πέσει εκεί. Η εισβολή της κάμερας μέσα στις παραστάσεις πυροβολεί την θεατρική πράξη.

Μ.Ζ: Αναπόφευκτα νομίζω, όμως,  δοκιμάζονται τα νέα μέσα. Δεν γίνεται να μην δοκιμάζονται. Ανάλογα με το πώς αντιδράει ο κόσμος κάποια πράγματα μένουν και κάποια άλλα φεύγουν. Αυτά, όμως, που μένουν νομίζω ότι περιστρέφονται κυρίως γύρω από την λειτουργία του κάθε ηθοποιού και όχι γύρω από την τεχνολογία.

Η γυναίκα μέσα στα χρόνια πιστεύετε ότι έχει βρει την ταυτότητα της ή ακόμη προσπαθεί να εκπληρώσει τα απωθημένα της μακροχρόνιας κοινωνικής καταπίεσης;

Μ.Ζ: Ακόμα ψάχνει μια ταυτότητα και μέσα σε αυτό το ψάξιμο νομίζω ότι υπάρχει πολύ από αυτό το υπερεμπόδιο που υπήρχε πριν. Είναι όπως όταν έχεις διψάσει πολύ, πίνεις απότομα νερό και μετά φουσκώνεις. Είναι «φουσκωμένες» οι γυναίκες σήμερα, προσπαθούν να ρουφήξουν πολύ από αυτό που τους στερήθηκε. Έχουν γίνει ένα μείγμα γυναίκας, άνδρα, παλιάς φύσης, καινούργιας φύσης. Δεν πιστεύω, όμως, ότι έχει να κάνει μόνο με τις γυναίκες αλλά με μια αναζήτηση νέων ταυτοτήτων γενικά.

Ρ.Γ: Σε επίπεδο διεκδικήσεων στο δυτικό κόσμο τα έχουν καταφέρει. Λίγο πολύ εδώ έχουν εκπληρωθεί τα αιτήματα των περασμένων χρόνων. Η αναζήτηση της ταυτότητας είναι ένα αέναο πράγμα που δεν τελειώνει ποτέ και τώρα θεωρώ ότι έχει γυρίσει προς τα μέσα. Κοιτάμε μέσα μας ή τουλάχιστον πρέπει να κοιτάξουμε μέσα μας αφού κάποια βασικά ανθρώπινα δικαιώματα έχουν κατακτηθεί. Για μένα η εσωτερική αναζήτηση δεν μπορεί να τελειώσει. Είναι πολύπλοκη η φύση της γυναίκας και γεννάει συνέχεια καινούργια ερωτήματα. Σαν αίτημα παλιά ήταν οι διεκδικήσεις, τώρα είναι η αυτογνωσία. Η ταυτότητα του φύλου πια είναι μια εσωτερική ιστορία.

Η «φανέρωση» , η έκφραση δηλαδή του εαυτού, συμβαίνει και στα δυο κορίτσια με κάποιο τίμημα. Μπορεί ποτέ να πληρωθεί αυτό το τίμημα χωρίς να ξοδευτεί ολόκληρος ο εαυτός μας ώστε να προλάβει να δικαιωθεί για τον αγώνα του; Ποιο είναι το τίμημα που πληρώσατε εσείς όταν αποφασίσατε να «φανερωθείτε»;

Μ.Ζ: Δυστυχώς ακόμη και αν δεν θεωρεί ότι ξοδεύεται ολόκληρος ο εαυτός, αυτά τα σημάδια που εγγράφονται και οι απώλειες οι οποίες συμβαίνουν είναι τόσο μεγάλες που συνεχίζεις τον δρόμο σου κάπως τραυματισμένος, κάπως μισός. Ένας άνθρωπος, όμως, όσο και να έχει τραυματιστεί και να έχει τσαλακωθεί δεν χάνει την αξία του. Αυτή πάντα επιβιώνει και παραμένει. Προσωπικά ταυτίζομαι πάρα πολύ με την φράση της Φανερωμένης «ίσιωσα την πλάτη μου, αναγκάστηκα να συνεχίσω». Είναι ακριβώς αυτό που λέμε τώρα.

Ρ.Γ: Εγώ πιστεύω ότι πρέπει να ξοδεύεις ολόκληρο τον εαυτό σου και την ζωή σου για να φανερωθείς και αυτό στην καλύτερη περίπτωση. Γιατί μπορεί και να μην καταφέρεις τελικά να φανερωθείς και εκεί είναι η δυστυχία. Είναι λίγο απαισιόδοξα όλα αυτά που λέμε αλλά στο κάτω κάτω είναι ζωή! Προσωπικά δεν είμαι ακόμη ο εαυτός μου. Πιστεύω ότι είμαστε όλοι μικρές μεταμορφώσεις μέσα από τις οποίες εξελισσόμαστε μέχρι να χάσουμε όλο μας τον χρόνο. Αλλάζοντας ηλικία, αλλάζοντας μέρα, αλλάζοντας λεπτό είμαστε ένα καινούργιο πλάνο, ένας άλλος άνθρωπος. Αν κάποιος μας αγαπάει ή μας θυμάται στο τέλος μπορεί κάποια στιγμή να μας συνθέσει από την αρχή και να μας ολοκληρώσει. Δύσκολα έχουμε συναίσθηση του εαυτού μας γι’ αυτό και είναι μεγάλη αγωνία να παρίστασαι ολόκληρος, είναι πολύ δύσκολο στοίχημα. Εγώ ας πούμε αισθάνομαι ολόκληρη μόνο όταν καταφέρνω να γράψω κάτι, δηλαδή πολύ σπάνια.

Τι έχει σειρά;

Μ.Ζ: Έχω ξεκινήσει πρόβες στο Εθνικό με τον Νίκο Μαστοράκη για το «Μεφίστο» των Αριάν Μνουσκίν & Κλάους Μαν που θα ανέβει τον Μάιο.

Ρ.Γ: Και εμείς έχουμε ξεκινήσει πρόβες για ένα καινούργιο έργο μου που λέγεται «Οδός Πολυδούρη». Είναι ένας τρόπος να πλησιάσω εγώ την Πολυδούρη, δεν είναι βιογραφία ούτε λογοτεχνία. Είναι ένας δρόμος για να την πλησιάσω προσωπικά. Θα ανέβει τον Απριλίο, είναι μια συμπαραγωγή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Καβάλας με το «Άκροπολ». Το σκηνοθετεί ο Θοδωρής Γκόνης και παίζει η Ιωάννα Παππά, ένα αόρατο πρόσωπο και μία γάτα.

Ημερομηνία Δημοσίευσης: 8/03/2014



Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Γιώργος Τσεμπερόπουλος: Οι καλές ταινίες πρέπει να είναι καλές και σε είκοσι χρόνια και για πάντα.




Το σενάριο της ταινίας μας βάζει κατευθείαν στον πυρήνα της εποχής. Η αποκωδικοποίηση της πραγματικότητας μέσω της τέχνης μπορεί να μας οδηγήσει ένα βήμα πιο κοντά στην κοινή λογική;

Tο σενάριο πρωτο-συζητήθηκε με τον Γιάννη Τσίρο πριν πέντε χρόνια και γράφτηκε πριν τέσσερα. Στην ταινία (που γυρίστηκε το φθινόπωρο του ’12) εισβάλει σε ένα σπίτι μια συμμορία, λεηλατεί την ζωή μιας οικογένειας και έτσι μπαίνουν όλοι σε βαθιές αμφισβητήσεις και διλήμματα. Στο μεταξύ, στις ζωές όλων μας εισέβαλε η κρίση και λεηλάτησε ό,τι πιστεύαμε. Οι θεατές είναι αυτοί που κάνουν τους παραλληλισμούς - στις κουβέντες τους μετά. Αποκωδικοποιούν την ταινία και βρίσκουν κάποιον ηθικό μπούσουλα χρήσιμο στην δική τους πραγματικότητα. Είμαι ευτυχής που η ταινία προκαλεί τέτοιες συζητήσεις. Επανειλημμένα μου έχουν πει, ότι την σκέφτονται και μετά από μέρες.

Υπήρξε κάτι που δεν τολμήσατε σε αυτή την ταινία λόγω της ισχυρής της επικαιρότητας;

Δεν αλλάξαμε τίποτα για χάρη της επικαιρότητας. Οφείλω πάντως να πω ότι αν είχαμε «τολμήσει»  να εντάξουμε στην ταινία την άμεση επικαιρότητα, θα ήταν μεγάλο σφάλμα. Οι καλές ταινίες πρέπει  να είναι διαχρονικές, να ισχύουν και σε είκοσι χρόνια και για πάντα. Αυτή η άποψη βέβαια, δεν είναι συμφέρουσα εισπρακτικά, τουλάχιστον όχι βραχυπρόθεσμα. Τα λέμε, λοιπόν, σε είκοσι χρόνια…

Στην ταινία οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με τις πράξεις τους. Με ποιο τρόπο πιστεύετε ότι μπορούν οι άνθρωποι να (ξανά) αρχίσουν να κάνουν αυτοκριτική;

Σήμερα όλοι κάνουμε διαρκώς αυτοκριτική σε βαθμό αυτομαστίγωσης! Και σαν άτομα και σαν λαός. Η αυτοκριτική όμως γίνεται σαν να ξορκίζουμε τα ελαττώματα μας και όχι σαν να έχουμε την πρόθεση να βελτιωθούμε.

Σκηνοθετικά γιατί είχε ενδιαφέρον αυτή η ταινία πέρα από το πολύ καλό σενάριο; Μεγαλώνοντας βρίσκετε καινούργιους τρόπους να σκηνοθετείτε ένα σενάριο ή τελειοποιείτε τους πρώτους;

Κάθε ταινία την βλέπεις κάπως από την αρχή. Από κει και πέρα συνεχώς εξελίσσεται, επηρεάζεται  πολύ από τις τελικές επιλογές των ηθοποιών και του διευθυντή φωτογραφίας που την φωτίζει. Στον «Εχθρό Μου» συνεργάστηκα πολύ καλά με όλους τους δημιουργικούς μου συνεργάτες. Ιδιαίτερα όμως απόλαυσα τη γέννηση της μουσικής της ταινίας.
Στόχος μου ήταν να είναι πολύ απλές οι σκηνές της βίας, να έχει ρυθμό η ταινία και να μην κάνει κοιλιές και -όπως πάντα- να είναι φροντισμένοι και προβαρισμένοι όλοι οι ρόλοι, ακόμα και οι βουβοί.

Πως αντιμετωπίζετε την βία στην ζωή σας ;

Δεν μου έχει τύχει ευτυχώς. Θεωρητικά είμαι κατά της βίας. Εξαιρούνται τα βρώμικα και δηλητηριώδη έντομα, τα οποία εξολοθρεύω με ανακούφιση. Χρησιμοποιώ παντόφλες, αρβύλες, πέτρες, οινόπνευμα, μέχρι και χημικά.

Έχετε καθόλου ενοχή για τα χρόνια που μείνατε ανενεργός καλλιτεχνικά;

Δεν είμαι ενοχικός, μου αρέσει η ζωή και την ζω. Πάντα, όμως, προχωρώ διάφορες ιδέες και περιλήψεις.  Όταν όμως προχωρήσει κάποια από αυτές και βρεθώ στο γύρισμα και στο μοντάζ, στους ήχους και στις μουσικές, τότε αναρωτιέμαι πώς μπορούσα τόσα χρόνια χωρίς αυτήν την σωματική και πνευματική ντόπα. Τώρα πάντως, είναι έτσι η ζωή μου που θα ήθελα να είμαι διαρκώς σε εγρήγορση και σε παραγωγή.

Μετά τον «Εχθρό μου» τι έχει σειρά;

Θέλω να κάνω ένα αριστούργημα που, όμως, να είναι ταυτόχρονα και παγκόσμια εμπορική επιτυχία. Επειδή η «μικρή» ελληνική γλώσσα είναι μεγάλο εμπόδιο στις αγορές, θα την έκανα στα αγγλικά αν δεν ήταν τεράστιο εμπόδιο η μικρή ελληνική μου τσέπη. Οπότε προσανατολίζομαι μάλλον να κάνω μια γερή κωμωδία με δυνατές κοινωνικές προεκτάσεις που να μιλήσει σε κάθε νέο Έλληνα και Ελληνίδα. Το μόνο βέβαιο, πάντως, είναι ότι θα είναι αριστούργημα.

    Ημερομηνία Δημοσίευσης: 22/01/2014

Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Κατερίνα Γιαννάκου: Αν η ζωή είναι ένας ζωντανός οργανισμός, η αισιοδοξία είναι το αίμα του.




Τι είναι αυτό που φοβήθηκες γράφοντας έναν θεατρικό μονόλογο για πρώτη φορά;

Απ: Αρχικά δε φοβήθηκα τίποτα γιατί απλώς έγραφα αυτά που ήθελα να πω χωρίς να έχω καμιά αξίωση από τις λέξεις να χωρέσουν στο καλούπι κάποιας φόρμας. Δεν ήμουν σίγουρη αν θα κατέληγε καν κάπου όλο αυτό. Απλώς, για κάποιο λόγο, ήθελα να μιλήσω μέσα από τη γυναίκα του έργου αυτού- ήταν σαν εκείνη να έτρεχε το χέρι μου πάνω στο χαρτί. Όπως καταλαβαίνετε, όταν είσαι σε μια τέτοια διάθεση (που ακροβατεί στο όριο της νεύρωσης τώρα που το σκέφτομαι ...) δε νοιάζεσαι για το μετά. Επίσης η τόσο στενή μου συνεργασία με τη Ράνια Σχίζα από την αρχή σε όλο αυτό μου έδινε μια απέραντη σιγουριά σε κάθε βήμα της διαδικασίας. Δεν έγραφα μονόλογο, έγραφα κάτι που με ενδιέφερε να πω. Ποτέ δεν είδα αυτό το κείμενο σαν προϊόν που θα έπρεπε να εξυπηρετήσει κάποιο είδος.  Όταν το κείμενο έφτασε στην τελική του φάση και έπρεπε να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με αυτό τότε ναι, ήταν η πρώτη φορά που έκατσα να σκεφτώ αν θα σήκωνε η σκηνή μια γυναίκα σαν αυτή, μια ιστορία σαν αυτή, με ένα μόνο πρόσωπο. Αλλά ήταν αργά για να κάνουμε πίσω γιατί η γυναίκα του μονολόγου ήταν ήδη εκεί και περίμενε να μιλήσει. Κι εκεί πάντα αρχίζει ένα πολύ όμορφο ρίσκο. Είναι όπως γνωρίζεις έναν άνθρωπο, είτε σου πηγαίνει είτε όχι. Άρα τον μονόλογο στη ουσία από την αρχή τον αντιμετώπισα σαν έναν άνθρωπο με την ιστορία του που για μένα θα είχε ενδιαφέρον να την ακούσω και όχι σαν ένα τεχνικό κείμενο που έπρεπε να προσέξω το χειρισμό του.

Το έργο αναφέρεται σε μια γυναίκα η οποία μετά την αυτοκτονία του άντρα της λόγω χρεών, προσπαθεί να ανταπεξέλθει στην πρόκληση μιας κανονικής μέρας « ζώντας όχι με εκείνα που έχασε, αλλά με εκείνα που κάθε μέρα βρίσκει». Αυτά που μένουν μετά από μια απώλεια πως μπορούν να γίνουν αρκετά και σημαντικά για τον άνθρωπο που την βιώνει;

Απ: Δυστυχώς νομίζω πως οι περισσότεροι συμφωνούμε στο ότι τις περισσότερες φορές πρέπει να χάσουμε κάτι για να καταλάβουμε πόσο σημαντικό ήταν για μας. Μάλλον κάτι στην φύση μας είναι που μας κάνει λίγο ή πολύ αχάριστους. Είτε από φόβο είτε από συνήθεια (για μένα αυτά τα δυο άλλωστε ως έννοιες είναι πάντα επικίνδυνα κοντά). Για το παρελθόν έχουμε την τάση να εφευρίσκουμε άλλοθι. Η μνήμη μας έχει μια προτίμηση σε πιο παλ-φιλικά προς τον χρήστη- χρώματα. Αυτά λοιπόν που μένουν μετά από μια απώλεια- όποιου είδους- από μόνα τους πάντα αποκτούν ένα άλλο ειδικό βάρος. Τις πιο πολλές φορές σχεδόν αγιοποιούνται και εξαγνίζονται. Και συνήθως το παρελθόν πάντα βγαίνει νικητής στη σύγκριση του με το όποιο παρόν. Νομίζω πως ο μόνος τρόπος να συνεχίσει κανείς μετά από έναν χαμό (πρακτικό ή συναισθηματικό) είναι να καταλάβει ακριβώς αυτό: πως έχει αξία να ζεις το «τώρα» ως το μεδούλι γιατί ούτως ή άλλως αυτό το προνόμιο είναι που ξεχωρίζει τους ζωντανούς από τους νεκρούς. Αυτή η συνειδητοποίηση νομίζω είναι που σε κρατά στο τέλος και σε κάνει να συνεχίζεις. Αυτή η σκέψη είναι το μόνο θετικό που μπορεί να αφήσει πίσω της η κάθε απώλεια.

Στις «Κούκλες» μαζί με την Κατερίνα Κουγιουμτζή βάλατε στο επίκεντρο της δημιουργίας σας τέσσερις γυναικείες φιγούρες στην ηλικία των 40. Φέτος πρωταγωνιστεί στο έργο σου πάλι μια γυναίκα, ίδιας ηλικίας. Πέρα από το ενδιαφέρον που έχει η ανάλυση της γυναικείας ψυχοσύνθεσης, αυτός είναι και ένας δικός σου τρόπος να διαχειρίζεσαι τον χρόνο αντιμετωπίζοντας μέσα από τις ηρωίδες σου τις συνέπειες του;

Απ: Όχι απλώς για μένα έχουν πολύ ενδιαφέρον οι άνθρωποι με τσακίσματα, οι άνθρωποι που φαίνονται οι ραφές τους. Ίσως τα 40 να είναι μια ηλικία που κάθε γυναίκα «ρίχνει λίγο τις άμυνες» και παραδίνεται σε πιο ουσιαστικές ανάγκες. Ίσως γι΄ αυτό και να έτυχε να ασχολήθώ με αυτή την ηλικία. Δεν είναι οι ηλικίες που με ενδιαφέρουν αλλά οι ιστορίες που έχουν να πουν.   

Ποια είναι η θέση σου απέναντι στο ζήτημα της αυτοκτονίας; Την θεωρείς λύση, παραίτηση ή τίποτα από τα δυο;

Απ: Δεν έχω θέση νομίζω απέναντι στο ζήτημα της αυτοκτονίας. Έχω μόνο στενοχώρια. Άλλωστε η αυτοκτονία – από όσο γνωρίζω – είναι μια πολύ περίπλοκη ψυχολογική και ιατρική κατάσταση που θα ήταν ανόητο από μέρους μου να κρίνω.   

Η ηρωίδα αναπολεί την εποχή του Euro το 2004 ενώ βιώνει την οικονομική κρίση του σήμερα. Αυτά τα χρόνια πως πιστεύεις ότι έχουν καταγραφεί στο μυαλό της κοινωνίας μέχρι σήμερα;

Απ: Θέλω να πιστεύω πως η πορεία προς την φθορά ( που φυσικά είχε ξεκινήσει πολύ πριν από το 2004) ήταν τόσο σαφής, άφησε τόσο ξεκάθαρα χνάρια πίσω της που δεν είναι δύσκολο να τα αποκωδικοποιήσει κανείς. Από την απόλυτη πλασματική, σχεδόν νευρωτική, ευδαιμονία στην απόλυτη κατάθλιψη. Τα βήματα είναι πεντακάθαρα. Το μόνο που φοβάμαι είναι πως κανείς μας δεν τολμά να κοιτάξει πραγματικά πίσω να δει από που ξεκίνησε το μονοπάτι που μας έφερε εδώ. Και ακόμα χειρότερα κανείς μας ακόμα δεν έχει το θάρρος να κοιτάξει κάτω από τα παπούτσια του τις λάσπες που πάτησε.


Υπάρχει, όμως, και ένα σημαντικό αισιόδοξο μήνυμα από την στιγμή που η ηρωίδα καταφέρνει και επιβιώνει. Η αισιοδοξία είναι και η δική σου στάση απέναντι στην ζωή;


Απ: Ναι. Όσο μπορώ. Με χάπια ή χωρίς... (αστειεύομαι). Αν η ζωή είναι ένας ζωντανός οργανισμός, η αισιοδοξία είναι το αίμα του.


Μετά από τον μονόλογο τι έχει συνέχεια;


Απ: Προς το παρόν το National Film and Television School και πάντα σκέψεις και ιστορίες που θα προσπαθώ να μοιραστώ για να μη νιώθω μόνη. 


Ημερομηνία Δημοσίευσης: 1/12/2013

Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Fabrica Athens: Είμαστε όλοι μαζί και ο καθένας ανεξάρτητος.




Πως προέκυψε η ιδέα για το 1o Φεστιβάλ Χειροποίητου και Ανακυκλώσιμου Θεάτρου;

Φάνης Κατέχος:  Ήταν μια ανάγκη που προέκυψε από την πορεία και τα βιώματα που έχουμε ως ομάδα από το 2008. Χωρίς να έχουμε διαμορφωμένο τον πυρήνα της ομάδας τότε αλλά την συγγένεια των ανθρώπων οι οποίοι στην πορεία συντέλεσαν την ομάδα, ξεκινήσαμε να δημιουργούμε και να υλοποιούμε το όνειρο μας. Ο χώρος που έγινε το Φεστιβάλ στην αρχή ήταν μια υπόγεια αποθήκη την οποία την μετατρέψαμε μόνοι μας σε θέατρο με χειροποίητα και ανακυκλώσιμα υλικά, με σκουπίδια δηλαδή τα οποία μεταποιήθηκαν. Αυτό το φεστιβάλ θέλαμε να πρεσβέυει τις ιδέες, την νοοτροπία μας και την μέχρι τώρα πορεία μας η οποία παραμένει απλή, ταπεινή αλλά με πολύ κέφι και κόπο. Λειτούργησε ως αφορμή για να γνωρίσουμε  συγγενείς αυτής της συνθήκης, ομοϊδεάτες ανθρώπους που παλεύουν με τον ίδιο τρόπο που παλεύουμε και εμείς.

Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας τώρα που τελείωσε;

Στέφανος Λώλος:  Μας έκανε τρομερή εντύπωση ότι υπήρξε μεγάλη προσέλευση όχι μόνο από τον κόσμο αλλά και από τις ομάδες που θέλησαν να συμμετάσχουν. Νομίζω, όμως, ότι η μεγαλύτερη επιτυχία του εγχειρήματος ήταν η συνύπαρξη πολλών ειδών θεάτρου. Μπορούσες, δηλαδή, σε μια μέρα να παρακολουθήσεις τρεις εντελώς διαφορετικές παραστάσεις μόνο με 8 ευρώ

«Μια ειδική ομάδα κοινωνιολόγων, πολιτικών επιστημόνων και ανθρωπολόγων θα καταγράψει το Φεστιβάλ από την προετοιμασία έως την ολοκλήρωσή του, δημοσιοποιώντας τα αποτελέσματα της έρευνας». Τι σκοπό είχε αυτή η έρευνα;

Φ.Κ: Ο σκοπός είναι η ζύμωση. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήρθαν εδώ και παρατήρησαν ένα κοινωνικό φαινόμενο από την αρχή μέχρι το τέλος του. Ήταν δίπλα στις πρόβες των καλλιτεχνών, αφουγκράζονταν την αγωνία τους, εμπλέκονταν με το ίδιο το κοινό. Ο κάθε επιστήμονας έκανε την προσωπική του έρευνα στο αντικείμενο που τον ενδιέφερε ενώ παράλληλα έγινε και μια ομαδική έρευνα παίρνοντας δειγματοληπτικά συνεντεύξεις από το κοινό και δημιουργώντας ένα online ερωτηματολόγιο στο ίντερνετ. Έτσι, στο τέλος, θα γίνει μια συνολική κατάθεση συμπερασμάτων από όλους και από τον καθένα ξεχωριστά την οποία μπορεί να διαβάσει κανείς στο site μας.

Πόσο δύσκολο είναι για μια ομάδα νέων ανθρώπων να βρει υποστηρικτές σε μια προσπάθεια που γίνεται για πρώτη φορά;

Σ.Λ: Οι άνθρωποι που μας στήριξαν ήταν οι φίλοι μας και όλοι εκείνοι οι καλλιτέχνες που συμμετείχαν στο φεστιβάλ. Δεν ζητήσαμε βοήθεια από πουθενά, δεν θέλαμε να μπούμε σε αυτή την νοοτροπία. Εξάλλου ο Δήμος Αθηναίων προσπαθεί να κλείσει όλους τους εναλλακτικούς χώρους την ίδια στιγμή που διοργανώνει φεστιβάλ στους ίδιους αυτούς χώρους που τελούν υπό σφράγιση με δική του εντολή.

Φ.Κ: Επίσης οι εναλλακτικοί θεατρικοί χώροι στην Αθήνα έχουν γίνει πιο mainstream από τους mainstream. Δηλαδή υπόγεια σαν το θέατρο μας νοικιάζονται την ημέρα 300 ευρώ. Μια ομάδα με όνειρα το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να παλεύει πολύ σκληρά για να τροφοδοτήσει οικονομικά τον εκάστοτε επιχειρηματία που λέει ότι έχει ένα εναλλακτικό θέατρο. Φτιάχνοντας τώρα το δικό μας θέατρο, δεν θέλαμε να έχουμε τον ίδιο τρόπο συμπεριφοράς σε άλλους ανθρώπους που έχουν κοινά όνειρα με εμάς. Οι καλλιτέχνες που χρειάζονται ένα θέατρο βρίσκουν εδώ έναν δικό τους χώρο και όχι έναν ξένο ενώ μέσα από την παράσταση τους βγαίνουν μόνο τα έξοδα του χώρου.

Αυτό το είδος θεάτρου έχει τέτοια δυναμική ώστε να εδραιωθεί στην Αθήνα τα επόμενα χρόνια;

Σ.Λ.: Είδαμε ότι υπάρχει ανάγκη για κάτι τέτοιο γιατί το αγκάλιασαν και οι συνάδελφοι μας και οι θεατές. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να συνεχίσουμε να το κάνουμε.

Πως μια πολυδραστική ομάδα καταφέρνει να παραμένει ομάδα και να επιβιώνει καλλιτεχνικά;

Φ.Κ: Μία είναι η συνταγή: είμαστε όλοι μαζί και ο καθένας ανεξάρτητος. Δίνουμε αυτό που μπορούμε και που μας περισσεύει ψυχικά σαν απόθεμα ώστε να υλοποιήσουμε τις προσδοκίες μας. Ο καθένας, όμως, μπορεί να φέρει όποιον θέλει και να κάνει παράσταση μαζί του χωρίς να υπάρχουν διαφωνίες από τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Αν ας πούμε ο Στέφανος θέλει να κάνει μια παράσταση με κάποιους άλλους συνεργάτες, θα τον βοηθήσουμε όλοι κι ας μην παίζουμε εμείς.

Σ.Λ: Μπορεί να μην είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα αλλά όλοι κοιτάμε προς την ίδια μεριά του ποταμού. Μπορεί να μην έχουμε απόλυτα ίδια αισθητική αλλά παρόλαυτα δεν θα φέρει κανείς κάτι που να είναι ενάντια στην αισθητική μας. Υπάρχει μια κοινή ταυτότητα.

Θάνος Νικολακόπουλος: Είναι η αγάπη για το ίδιο πράγμα. Όλα τα παιδιά αγαπάνε αυτό που κάνουν και ο καθένας έχει καταθέσει ένα κομμάτι της ψυχής του.  Είμαστε όλοι διαλλακτικοί και συζητήσιμοι και αυτό είναι το πιο σημαντικό. Δεν είμαστε εγωιστές.

Ημερομηνία Δημοσίευσης: 3/11/2013


Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Αναπάντητα


Ποτέ δεν ρωτάω τους ανθρώπους. Ούτε γιατί φεύγουν ούτε γιατί μένουν. Όχι επειδή η σιωπή είναι  ο εύκολος δρόμος αλλά γιατί είναι ο μόνος. Τα γιατί τα καταθέτουμε αμέτρητες φορές μέσα στα χρόνια μπροστά απ’ τους καθρέφτες. Είναι δικά μας και μας ανήκουν. Μπορούμε να τα κάνουμε σπίτια και να τα κατοικήσουμε, βράδια και να τα ξενυχτήσουμε, λεπτομέρειες και να τις προσπεράσουμε. Οι απαντήσεις, όμως, όχι. Δεν είναι για μας. Ακόμη κι αν μας τις δώσουν, δεν θα είναι οι σωστές. Όχι από πρόθεση αλλά από άγνοια. Η σωστή απάντηση βρίσκεται πάντα πίσω από ένα άβατο που κανείς δεν υποψιάζεται ότι κρύβεται εκεί. Δεν έχουν, όμως, σημασία οι απαντήσεις ούτε καν οι σωστές. Όχι σε έναν κόσμο που αδικεί και αδικείται από την γέννηση του. Εδώ σημασία έχει να βρίσκεις πάντα καινούργιες ερωτήσεις. Μόνο αυτό μας σώζει.

Ημερομηνία Δημοσίευσης: 30/06/2013

Σωστά


Γελάγαμε πολύ. Κυρίως χωρίς λόγο γιατί δεν τον είχαμε ανάγκη. Ήταν όλα μπροστά μας και δικά μας. Και πάνω από όλα είχαμε τον χρόνο με το μέρος μας. Τότε τα υποτιμούσαμε τα γέλια. Τα θεωρούσαμε κάτι αυτονόητο σαν το νερό. Και τα αστεία περιφρονούσαμε. Συνέβαιναν τόσο συχνά που δεν τα  αναζητήσαμε ποτέ. Δεν καταλαβαίναμε τότε πόσο κοστίζει η αφέλεια. Όσο πιο μεγάλη, τόσο πιο ακριβή. Και ευτυχώς ήταν μεγάλη, χαμογελαστή και ταπεινή. Και τώρα γελάμε. Γιατί υποσχεθήκαμε να τα γιορτάζουμε τα γέλια όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσο κι αν λιγοστεύουν στο μέτρημα. Και έτσι μεγαλώσαμε σωστά.

Ημερομηνία Δημοσίευσης: 23/06/2013

Αντικατοπτρισμός


Έτσι που επιβλήθηκε το καλοκαίρι ξεχαστήκαμε στους ήλιους. Ευτυχήσαμε με ποτά που έσωζαν τις νύχτες απ’ το σκοτάδι, δώσαμε όρκους ένα ακόμη Σαββατόβραδο του χρόνου, ταϊσαμε τα παιδιά των φαναριών γλιτώνοντας τα δάκρυα τους με μια σοκολάτα, κοιμηθήκαμε γυμνοί σε πράσινα μπαλκόνια. Όλοι ζούσαμε και περπατούσαμε αμέριμνοι στον λευκό και ολοστρόγγυλο κόσμο που μας έταξαν τα βιβλία, με τα φαντάσματα κλειδωμένα σε ντουλάπες και πατάρια. Πως μπορεί να ήμασταν τόσο αφελείς; Πως γίνεται να πιστέψαμε ότι δικαιούμαστε ένα καλοκαίρι; Χρόνια ολόκληρα γεμάτα αίμα ακόμη ζητούν εξήγηση. Ακόμη περιμένουν να λυτρωθούν από μια υπέρβαση που δεν έγινε ποτέ. Το καλοκαίρι είναι η μεγαλύτερη εκδίκηση για τους μικρότερους ανθρώπους. Είναι η ειρωνεία που μας χρωστάει το σκοτάδι που δημιουργήσαμε. Επιβάλλεται ξανά και ξανά για να μας γελοιοποιεί. Είναι εκείνο που μας λέει ψιθυριστά το βράδυ πως ό, τι καλό και να φέρουμε στον κόσμο σύντομα θα παραιτηθεί μπροστά στους ανοιχτούς λογαριασμούς που μεγαλώνουμε κάθε μέρα.

Ημερομηνία Δημοσίευσης: 16/06/2013